Μετάφραση του "gradation" σε Ελληνικά

Οι διαβάθμιση, βήμα, κλιμάκωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gradation" σε Ελληνικά.

gradation verb noun γραμματική

A sequence of gradual, successive stages; a systematic progression. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαβάθμιση

    noun feminine

    The dose levels should be spaced to produce a gradation of toxic effects.

    Τα διαστήματα μεταξύ των επιπέδων δόσης θα πρέπει να εξασφαλίζουν τη διαβάθμιση των τοξικών επιδράσεων.

  • βήμα

    noun neuter
  • κλιμάκωση

    feminine

    He takes the view that the gradation of basic pay by age categories constitutes discrimination on grounds of age against younger employees.

    Συγκεκριμένα, φρονεί ότι η κλιμάκωση του βασικού μισθού ανάλογα με τη βαθμίδα ηλικίας αποτελεί μη επιτρεπόμενη δυσμενή διάκριση σε βάρος νεότερων υπαλλήλων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gradation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "gradation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βαθμιαίος · κλιμακωτός · σταδιακός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gradation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη