Μετάφραση του "grandniece" σε Ελληνικά

Οι μικρανιψιά, μικρανεψιά, εγγονή αδελφού ή αδελφής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grandniece" σε Ελληνικά.

grandniece noun γραμματική

Granddaughter of one's sibling. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μικρανιψιά

    noun

    There was a grandniece of mine who ran away with a fencing master.

    Ήταν μια μικρανιψιά μου που το έσκασε με έναν δάσκαλό ξιφασκίας.

  • μικρανεψιά

    noun
  • εγγονή αδελφού ή αδελφής

  • κόρη ανιψιού ή ανιψιάς

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " grandniece " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "grandniece" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη