Μετάφραση του "graphics" σε Ελληνικά

Οι Γραφικά, γραφικά, γραφιστική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "graphics" σε Ελληνικά.

graphics noun γραμματική

The making of architectural or engineering drawings. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Γραφικά

    visual presentation on some surface

    Logo as an underlying graphic for a compilation of validated environmental data in a business report.

    Το λογότυπο ως υποκείμενο γραφικό για συλλογή επικυρωμένων περιβαλλοντικών δεδομένων σε επιχειρηματική έκθεση.

  • γραφικά

    adjective plural

    Logo as an underlying graphic for a compilation of validated environmental data in a business report.

    Το λογότυπο ως υποκείμενο γραφικό για συλλογή επικυρωμένων περιβαλλοντικών δεδομένων σε επιχειρηματική έκθεση.

  • γραφιστική

    feminine

    He studied graphic design but didn't finish school.

    Σπούδασε γραφιστική, αλλά δεν έχει τελειώσει το σχολείο.

  • εικονογράφηση

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " graphics " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "graphics"

Φράσεις παρόμοιες με "graphics" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "graphics" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη