Μετάφραση του "grasper" σε Ελληνικά

Οι αρπάγη, αρπακτικό, λαβίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grasper" σε Ελληνικά.

grasper noun γραμματική

A person who grasps [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρπάγη

  • αρπακτικό

    noun adjective
  • λαβίδα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " grasper " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "grasper" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βελόνα συρραφής με λαβίδα · βελόνα-λαβίδα ράμματος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "grasper" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη