Μετάφραση του "gripping" σε Ελληνικά

Το συναρπαστικός είναι η μετάφραση του "gripping" σε Ελληνικά.

gripping adjective noun verb γραμματική

Catching the attention; exciting; interesting; absorbing; fascinating. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συναρπαστικός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gripping " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "gripping" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • έλεγχος · αιχμαλωτίζω · αρπάγη · αρπάζω · βαλίτσα · γοητεύω · γρίπη · γρίππη · γραπώνω · δίνη · δαγκάνα · επίδραση · επιρροή · ζυγός · κλοιός · κράτημα · κυριαρχία · κυριεύω · λαβή · μέγκενη · μαγεύω · μαγκώνω · μαστίζω · πιάνομαι · πιάνω · πιάσιμο · πλήττω · πλοκάμια · πρόσφυση · συνέχω · σφίγγω · σφίξιμο · σφιχτό κράτημα · τσιμπίδα · χειραψία · χειρολαβή · χερούλι
  • πιάστρα καλωδίου, αρπάγη
  • κυριεύομαι από
  • χάνω τη μάχη (για κτ) · χάνω την επαφή (με την πραγματικότητα) · χάνω την επιρροή που ασκούσα · χάνω την ψυχραιμία μου · χάνω τον έλεγχο
  • Σφίγγω, αρπάγη
  • Σφιγκτήρας"καβουράκι"
  • δραγμός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gripping" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη