Μετάφραση του "groundless" σε Ελληνικά

Οι αβάσιμος, αθεμελίωτος, ανυπόστατος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "groundless" σε Ελληνικά.

groundless adjective γραμματική

Without any grounds to support it; baseless. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αβάσιμος

    adjective masculine

    baseless

    However, the recent fear of a clash between cultures is not groundless.

    Ωστόσο, ο πρόσφατος φόβος μίας σύγκρουσης μεταξύ πολιτισμών δεν είναι αβάσιμος.

  • αθεμελίωτος

    adjective
  • ανυπόστατος

    Adjective
  • αστήρικτος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " groundless " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "groundless" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη