Μετάφραση του "groundwork" σε Ελληνικά

Οι βάση, θεμέλιο, βάθος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "groundwork" σε Ελληνικά.

groundwork noun γραμματική

The foundation; the basic or fundamental parts that support or allow for the rest. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάση

    noun feminine

    The procedure used in preparing the scientific and technical groundwork for the Commission proposal is to be welcomed.

    Θετική θεωρείται και η διαδικασία για την επεξεργασία των τεχνικών επιστημονικών βάσεων για την πρόταση της Επιτροπής.

  • θεμέλιο

    noun neuter

    You don't go straight in with a big romantic gesture until you've done the groundwork.

    Δε μπαίνεις κατ'ευθείαν με μια μεγάλη ρομαντική χειρονομία, μέχρι να βάλεις τα θεμέλια.

  • βάθος

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " groundwork " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "groundwork" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "groundwork" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη