Μετάφραση του "grown" σε Ελληνικά
Οι ενήλικος, ακμάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grown" σε Ελληνικά.
grown
adjective
verb
γραμματική
Past participle of grow [..]
-
ενήλικος
adjective masculineYou've got your whole life to be grown, only a few more years to be young.
Έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου για να είσαι ενήλικος, μόνο λίγα χρόνια ακόμα για να είσαι μικρός.
-
ακμάζω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " grown " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "grown" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βιολογικής καλλιέργειας
-
Εάν τις έχετε καλλιεργήσει μόνοι σας, κρατήστε τις στο χαμηλό ράφι του ψυγείου.
-
που καλλιεργείται στο εργαστήριο · σε συνθήκες εργαστηρίου · τού σωλήνα
-
κοτζάμ άντρας
-
νεοφυής
-
εγχώριος
-
ενήλικος
-
μεγάλος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη