Μετάφραση του "grown" σε Ελληνικά

Οι ενήλικος, ακμάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grown" σε Ελληνικά.

grown adjective verb γραμματική

Past participle of grow [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενήλικος

    adjective masculine

    You've got your whole life to be grown, only a few more years to be young.

    Έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου για να είσαι ενήλικος, μόνο λίγα χρόνια ακόμα για να είσαι μικρός.

  • ακμάζω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " grown " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "grown" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "grown" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη