Μετάφραση του "gutter" σε Ελληνικά

Οι υπόνομος, υδρορροή, αυλάκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gutter" σε Ελληνικά.

gutter verb noun γραμματική

A ditch along the side of a road. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπόνομος

    noun masculine

    duct or channel beneath the eaves

    That gutter was paved with the good intentions... of many enthusiastic but mistaken young archaeologists.

    Αυτός ο υπόνομος είναι ξέχειλος με τις καλές προθέσεις... πολλών ενθουσιώδων αλλά λανθανόντων νεαρών αρχαιολόγων.

  • υδρορροή

    When you get finished with that roof there, you can take that gutter and nail it back up.

    Όταν τελειώσεις με τη στέγη, μπορείς να καρφώσεις την υδρορροή.

  • αυλάκι

    noun

    My boss talked to him and five just like him before they pulled my car out the gutter.

    Το αφεντικό μου μίλησε σε αυτόν και πέντε σαν αυτόν πριν βγάλουν το αμάξι μου απ'το αυλάκι.

  • περιθώριο βιβλιοδεσίας

    The blank area between two or more columns of text or between two facing pages in a publication.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gutter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "gutter"

Φράσεις παρόμοιες με "gutter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gutter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη