Μετάφραση του "habitual" σε Ελληνικά

Οι συνήθης, συνηθισμένος, συστηματικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "habitual" σε Ελληνικά.

habitual adjective noun γραμματική

Behaving in a regular manner, as a habit. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνήθης

    adjective

    Where is and where was the child’s habitual residence?

    Πού έχει και πού είχε το παιδί τη συνήθη διαμονή του;

  • συνηθισμένος

    adjective masculine

    According to or depending on custom.

  • συστηματικός

  • από συνήθεια

    And everyone here is unfortunately carrying that habitual perception,

    Και όλοι δυστυχώς εδώ κουβαλάμε από συνήθεια αυτή τη συνείδηση,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " habitual " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "habitual" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • θαμώνας
  • κράση · φύση
  • καθιερώνω · συνηθίζω
  • Συνηθιζω, εξοικειωνω, to turn into a habit, to make habitual · έχω · εξοικειώνω · προσαρμόζομαι · συνηθίζω · χρησιμοποιώ
  • εξοικείωση
  • από συνήθεια
  • Αγορά βασισμένη στη συνήθεια
  • από συνήθεια
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "habitual" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη