Μετάφραση του "ham" σε Ελληνικά

Οι ζαμπόν, χοιρομέρι, ιγνύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ham" σε Ελληνικά.

ham verb noun γραμματική

(anatomy) The region back of the knee joint; the popliteal space; the hock. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ζαμπόν

    noun neuter

    thigh of a hog cured for food [..]

    I didn't want ham and Swiss to get the wrong impression of me.

    Δεν ήθελα το ζαμπόν και τυρί να έχουν λανθασμένη εντύπωση για'μένα.

  • χοιρομέρι

    noun neuter

    thigh of a hog cured for food

    Some real coffee for you and the biggest ham you ever saw.

    Πραγματικό καφέ για σένα και το μεγαλύτερο χοιρομέρι που υπάρχει.

  • ιγνύς

    noun feminine

    back of the thigh

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ραδιοερασιτέχνης
    • άσχετος
    • ερασιτέχνης
    • ραδιοερασιτέχνη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ham " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Ham proper noun

(Biblical) A son of Noah and the brother of Japheth and Shem. [..]

+ Προσθήκη

"Ham" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Ham στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

HAM abbreviation

His Apostolic Majesty, the title given to a number of historical kings of Hungary.

+ Προσθήκη

"HAM" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το HAM στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "ham"

Φράσεις παρόμοιες με "ham" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ερασιτεχνικό ραδιόφωνο · ερασιτεχνικός ραδιο-εξοπλισμός / επικοινωνία
  • ραδιοερασιτεχνική ζώνη
  • κώδικας Χάμινγκ
  • ερασιτέχνης ηθοποιός
  • Χαμ Λίνι
  • κώδικας Χάμινγκ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ham" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη