Μετάφραση του "hamper" σε Ελληνικά

Οι παρεμποδίζω, εμποδίζω, κοφίνι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hamper" σε Ελληνικά.

hamper verb noun γραμματική

A large basket, usually with a cover, used for the packing and carrying of articles or small animals; as, [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρεμποδίζω

    verb

    The attainment of these objective is hampered by the absence of a clearly specified legal base.

    Η επίτευξη αυτών των στόχων παρεμποδίζεται από την απουσία σαφώς καθορισμένης νομικής βάσης.

  • εμποδίζω

    verb

    A too low luminosity may hamper such location.

    Μια υπέρμετρα χαμηλή φωτεινή ένταση μπορεί να εμποδίσει τον εντοπισμό αυτό.

  • κοφίνι

    noun

    The wickerwork hamper shall be properly made with material of good quality.

    Tο ψάθινο κοφίνι θα πρέπει να είναι σωστά φτιαγμένο με υλικό καλής ποιότητας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δυσκολεύω
    • ενοχλώ
    • σπυρίς
    • δεσμά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hamper " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "hamper"

Φράσεις παρόμοιες με "hamper" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hamper" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη