Μετάφραση του "handout" σε Ελληνικά

Οι ελεημοσύνη, τρικάκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "handout" σε Ελληνικά.

handout noun γραμματική

A worksheet, leaflet, or pamphlet that is given out (usually by hand) for a certain use. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελεημοσύνη

    noun feminine

    Thanks, but I'm not hinting for handouts from lovable crackpot waifs.

    Ευχαριστώ, αλλά δεν δέχομαι ελεημοσύνη από αξιαγάπητα απροστάτευτα παιδιά.

  • τρικάκι

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " handout " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "handout" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη