Μετάφραση του "handset" σε Ελληνικά

Οι ακουστικό, ακουστικά, τηλεφωνική συσκευή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "handset" σε Ελληνικά.

handset noun γραμματική

The part of a telephone, containing both receiver and transmitter (and sometimes dial), that is held in the hand [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακουστικό

    noun neuter

    The part of a telephone that includes a speaker and a voice transmitter and that you hold with your hand up to your ear.

    Hey. Manimal, you're not allowed to touch the handset again.

    Μάνιμαλ, δεν σου επιτρέπεται να αγγίξεις το ακουστικό ξανά.

  • ακουστικά

    noun neuter

    Why are all the handsets up here?

    Τι κάνουν εδώ τα ακουστικά

  • τηλεφωνική συσκευή

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " handset " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Handset
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συσκευή Χειρός , χειροσυσκευή, μικροτηλέφωνο

Εικόνες με "handset"

Φράσεις παρόμοιες με "handset" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "handset" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη