Μετάφραση του "handwheel" σε Ελληνικά

Οι χειρολαβή, χειροτροχός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "handwheel" σε Ελληνικά.

handwheel noun γραμματική

(mechanics) Any wheel worked by hand, whether used to allow leverage, as of a valve or a handbrake, or to allow fine adjustment, as of a setscrew. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χειρολαβή

    noun
  • χειροτροχός

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " handwheel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "handwheel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη