Μετάφραση του "harassment" σε Ελληνικά

Οι παρενόχληση, ενόχληση, Παρενόχληση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "harassment" σε Ελληνικά.

harassment noun γραμματική

Persistent attacks and criticism causing worry and distress. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρενόχληση

    noun feminine

    Persistent attacks and criticism causing worry and distress

    This is what I call harassment in the workplace.

    Να τι ονομάζω εγώ παρενόχληση στο χώρο εργασίας.

  • ενόχληση

    noun

    Radha Reddy has filed a case of dowry harassment under section 498a.

    Η Radha Reddy έχει υποβάλει μία υπόθεση για ενόχληση προίκας σύμφωνα με τη νομοθετική πράξη 498α

  • Παρενόχληση

    wide range of behaviours of an offensive nature

    This is what I call harassment in the workplace.

    Να τι ονομάζω εγώ παρενόχληση στο χώρο εργασίας.

  • πειράγματα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " harassment " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "harassment" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βασανίζω · δεν αφήνω σε χλωρό κλαρί · διώκω · ενοχλώ · επιβαρύνω · καταπονώ · κατατρέχω · κατατρύχω · κυνηγώ · παιδεύω · παρενοχλώ · πειράζω · πιλατεύω · προσβάλλω · ταλαιπωρώ
  • παρενοχλώ
  • Σεξουαλική παρενόχληση · σεξουαλική παρενόχληση
  • ψυχολογική παρενόχληση
  • δράστης (παρενόχλησης) · ενοχλητικός (τύπος) · επιτιθέμενος
  • αγχωμένος
  • Σεξουαλική παρενόχληση · σεξουαλική παρενόχληση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "harassment" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη