Μετάφραση του "hard-earned" σε Ελληνικά

Οι δυσαπόκτητος, που αποκτήθηκε με κόπο, με ιδρώτα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hard-earned" σε Ελληνικά.

hard-earned adjective γραμματική

Having been obtained with a great deal of effort.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δυσαπόκτητος

  • που αποκτήθηκε με κόπο, με ιδρώτα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hard-earned " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hard-earned" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη