Μετάφραση του "hard-working" σε Ελληνικά

Το εργατικός είναι η μετάφραση του "hard-working" σε Ελληνικά.

hard-working adjective γραμματική

Alternative form of [i]hardworking[/i] [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργατικός

    adjective masculine

    You have to be a good man, hard-working.

    Κι εσύ πρέπει να είσαι ένας καλός άνδρας εργατικός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hard-working " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "hard-working" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • τώρα αρχίζει η σκληρή δουλειά.
  • κοπιαστική δουλειά · πολλή δουλειά · σκληρή δουλειά · φιλοπονία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hard-working" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη