Μετάφραση του "harmless" σε Ελληνικά

Οι αβλαβής, ακίνδυνος, άκακος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "harmless" σε Ελληνικά.

harmless adjective γραμματική

not intended to harm; inoffensive [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αβλαβής

    adjective

    The virus was supposed to be harmless to people.

    Ο ιός υποτίθεται ότι είναι αβλαβής για τους ανθρώπους.

  • ακίνδυνος

    adjective

    Uh, the mass is harmless, so it actually stays in the belly until delivery.

    Ο όγκος είναι ακίνδυνος. Οπότε μένει στην κοιλιά μέχρι τον τοκετό.

  • άκακος

    adjective

    They figured he was just a harmless old man who moved back to his hometown to die.

    Γύρισε σαν άκακος γέρος στη γενέτειρά του, να πεθάνει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ακίνδηνος
    • αζήμιος
    • αθώος
    • αζημίωτος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " harmless " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "harmless" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "harmless" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη