Μετάφραση του "hasp" σε Ελληνικά
Οι πόρπη, αγκράφα, αδράχτι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hasp" σε Ελληνικά.
hasp
verb
noun
γραμματική
A clasp, especially a metal strap fastened by a padlock or a pin; also, a hook for fastening a door. [..]
-
πόρπη
noun feminineThe way the box was locked was that there was a brass hasp with a small brass padlock placed on it.
Ο τρόπος που το παράθυρο ήταν κλειδωμένη ήταν ότι υπήρχε μια πόρπη ορείχαλκο με ένα μικρό λουκέτο ορείχαλκο που αναγράφηκαν σε αυτό.
-
αγκράφα
noun feminine -
αδράχτι
noun neuter
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κλειδώνω
- μάνταλο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hasp " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη