Μετάφραση του "hatless" σε Ελληνικά

Οι ακαπέλωτος, ξεσκούφωτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hatless" σε Ελληνικά.

hatless adjective γραμματική

Not possessing, or not wearing, a hat. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακαπέλωτος

    Adjective

    not wearing a hat

  • ξεσκούφωτος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hatless " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hatless" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη