Μετάφραση του "have intercourse" σε Ελληνικά
Οι έχω σεξουαλική επαφή, γαμώ, κάνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "have intercourse" σε Ελληνικά.
have intercourse
verb
have sexual intercourse with; "This student sleeps with everyone in her dorm"; "Adam knew Eve"; "Were you ever intimate with this man?"
-
έχω σεξουαλική επαφή
verbκοιμάμαι(με)
-
γαμώ
verbκοιμάμαι(με)
-
κάνω
verbκοιμάμαι(με)
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κάνω έρωτα
- κοιμάμαι
- παίρνω
- πηδώ
- συνευρίσκομαι
- συνουσιάζομαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " have intercourse " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "have intercourse" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αφροδισιάζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη