Μετάφραση του "hawser" σε Ελληνικά

Οι καλώδιο, συρματόσκοινο, παλαμάρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hawser" σε Ελληνικά.

hawser noun γραμματική

(nautical) a cable or heavy rope used to tow or moor a ship [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλώδιο

    noun neuter
  • συρματόσκοινο

    neuter
  • παλαμάρι

    Noun neuter

    Well, he got himself a job on the dock, tripped over a hawser and fell into the drink.

    Βρήκε δουλειά στο λιμάνι... σκόνταψε σ'ένα παλαμάρι κι έπεσε στο νερό.

  • καραβόσκοινο, κάβος, παλαμάρι

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hawser " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "hawser"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hawser" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη