Μετάφραση του "hearken" σε Ελληνικά

Το ακροώμαι είναι η μετάφραση του "hearken" σε Ελληνικά.

hearken Verb verb γραμματική

(intransitive) To listen; to lend the ear; to attend or give heed to what is uttered; to hear with attention, obedience, or compliance. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακροώμαι

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hearken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hearken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη