Μετάφραση του "heating" σε Ελληνικά

Οι θέρμανση, καλοριφέρ, θερμαντικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "heating" σε Ελληνικά.

heating adjective noun verb γραμματική

A system that raises the temperature of a room or building. Confer heater. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θέρμανση

    noun feminine

    A system for supplying heat to a building.

    Geothermal energy can be used by means of heat pumps for heating and cooling buildings.

    Η γεωθερμική ενέργεια μπορεί να αξιοποιηθεί μέσω αντλιών θερμότητας για τη θέρμανση και την ψύξη κτιρίων.

  • καλοριφέρ

    noun neuter

    system

    You can, but the heat doesn't work and there's no gas in it.

    Ναι μπορείς, αλλά το καλοριφέρ δεν λειτουργεί και έχει ξεμείνει από βενζίνη.

  • θερμαντικός

    adjective

    V. rated capacity for heating in kW, rounded up to one decimal;

    V. ονομαστική θερμαντική ισχύς, σε kW, στρογγυλοποιημένη στο πρώτο δεκαδικό ψηφίο·

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πυρωτικός
    • σύστημα θέρμανσης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " heating " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Heating
+ Προσθήκη

"Heating" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Heating στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "heating" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Θερμότητα · αχλύς · ζέστη · ζεσταίνομαι · ζεσταίνω · θέρμη · θερμαίνομαι · θερμαίνω · θερμική ενέργεια · θερμότης · θερμότητα · κάψα · καύσωνας · κριτική · οίστρος · προκριματικός αγώνας · πυρ · πυρετός · πύρα · σύστημα θέρμανσης · υψηλή θερμοκρασία
  • θερμική ενέργεια · θερμότητα
  • Θερμική μηχανή · θερμική μηχανή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "heating" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη