Μετάφραση του "heavy" σε Ελληνικά
Οι βαρύς, σοβαρός, δυσβάστακτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "heavy" σε Ελληνικά.
heavy
adjective
verb
noun
adverb
γραμματική
(of a physical object) Having great weight. [..]
-
βαρύς
adjective masculinehaving great weight [..]
That box is heavy.
Εκείνο το κουτί είναι βαρύ.
-
σοβαρός
adjective masculineserious
The current crisis is taking a heavy toll also on Spanish public finances.
Η τρέχουσα κρίση πλήττει επίσης σοβαρά τα δημόσια οικονομικά της Ισπανίας.
-
δυσβάστακτος
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κοπιώδης
- παχύς
- πυκνός
- αδέξιος
- επίμοχθος
- κοπιαστικός
- σκαιός, -ή, -ό
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " heavy " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Heavy
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Heavy" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Heavy στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "heavy"
Φράσεις παρόμοιες με "heavy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βαρύ καταδρομικό
-
βαρύ πυροβολικό
-
Απαλλαγμένος βαρέων μετάλλων
-
βάρος · βαρύτης · βαρύτητα
-
αυταρχικά · καταπιεστικά · τυραννικά
-
νεροποντή
-
καταρρακτώδης βροχή
-
βαρέα αθλήματα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη