Μετάφραση του "hebrew" σε Ελληνικά

Οι εβραϊκή, εβραϊκή γλώσσα, εβραϊκά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hebrew" σε Ελληνικά.

hebrew
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εβραϊκή

    The Hebrew word ʽoh·lamʹ carries the thought of indefinite or uncertain time.

    Η εβραϊκή λέξη ‛ωλάμ μεταδίδει την έννοια του απροσδιόριστου ή ακαθόριστου χρόνου.

  • εβραϊκή γλώσσα

    Since vowels were interchangealbe in the biblical hebrew language,Amun can be spelled

    Εφόσον τα φωνήεντα είναι εναλλάξιμα στην βιβλική εβραϊκή γλώσσα, ο ́Αμμων μπορεί να συλλαβιστεί ως

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hebrew " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Hebrew adjective noun proper γραμματική

Of or pertaining to the Hebrew people or language. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εβραϊκά

    proper noun neuter n-p

    language [..]

    Hebrew is my mother tongue.

    Τα Εβραϊκά είναι η μητρική μου γλώσσα.

  • Εβραίος

    noun proper masculine

    person

    We shall soon learn if this Hebrew can do as you say.

    Θα μάθουμε σύντομα αν αυτός ο Εβραίος μπορεί να κάνει, όπως λες.

  • εβραϊκός

    adjective masculine

    pertaining to the language [..]

    If his order had been observed, the Hebrew people would have been annihilated.

    Αν η διαταγή του είχε τηρηθεί, τότε ο εβραϊκός λαός θα είχε εξολοθρευτεί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Εβραϊκά
    • Εβραία
    • εβραϊκή
    • εβραϊκές
    • εβραϊκό
    • εβραϊκοί
    • η εβραϊκή γλώσσα
    • εβραίος
    • Εβραίες
    • Εβραίοι
    • Ιουδαίος
    • Ισραηλίτης

Φράσεις παρόμοιες με "hebrew" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hebrew" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη