Μετάφραση του "hectic" σε Ελληνικά

Οι πυρετώδης, ξέφρενος, πολυάσχολος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hectic" σε Ελληνικά.

hectic adjective noun γραμματική

Of a fever, pertaining to bodily reactions characterised by flushed or dry skin. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πυρετώδης

    Exam time is so hectic for us teachers.

    Οι εξετάσεις είναι πυρετώδεις για εμάς τις δασκάλες.

  • ξέφρενος

    The hectic life I have led has begun to take its toll on me.

    Ο ξέφρενος ρυθμός της ζωής μου έχει αρχίσει να με καταβάλλει.

  • πολυάσχολος

    adjective masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φρενήρης
    • αγχογόνος
    • αγχωτικός
    • αγχώδης
    • νευρικός
    • τσιτωμένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hectic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hectic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη