Μετάφραση του "hefty" σε Ελληνικά

Οι βαρύς, ισχυρός, γεροδεμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hefty" σε Ελληνικά.

hefty adjective γραμματική

(of a person) possessing physical strength and weight; rugged and powerful; powerfully or heavily built. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαρύς

    adjective masculine

    Well, Lacey when you firebomb a garbage truck, you get a suspension and a hefty fine.

    Λέισι, όταν καις ένα σκουπιδιάρικο μπαίνεις σε διαθεσιμότητα και τρως βαρύ πρόστιμο.

  • ισχυρός

    adjective
  • γεροδεμένος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σημαντικός
    • σωματώδης
    • γεμάτος
    • ανθεκτικός
    • γερός
    • ενισχυμένος
    • ογκώδης
    • παχυλός
    • πλουσιοπάροχος
    • ρωμαλέος
    • στιβαρός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hefty " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hefty" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη