Μετάφραση του "height" σε Ελληνικά

Οι ύψος, κορυφή, ανάστημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "height" σε Ελληνικά.

height noun γραμματική

The distance from the base of something to the top. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ύψος

    noun neuter

    distance from bottom to top [..]

    Tom and Jim are the same height.

    Ο Τομ κι ο Τζιμ έχουν το ίδιο ύψος.

  • κορυφή

    noun feminine

    highest point

    Tubercle height is often more jagged but can be somewhat rounded at times.

    Η κορυφή των φυματίων είναι συχνά πιο οδοντωτή αλλά μπορεί να είναι ελαφρώς στρογγυλεμένη κατά καιρούς.

  • ανάστημα

    noun

    Average height, average build, red nose and blue hair.

    Μεσαίο ανάστημα, μέτρια κατασκευή, κόκκινη μύτη και μπλε μαλλιά!

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μπόι
    • υψόμετρο
    • αιχμή
    • Ύψος
    • ύψος του σώματος
    • αποκορύφωμα
    • ακμή
    • απαύγασμα
    • αποθέωση
    • άκρον άωτον
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " height " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Height
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ύψος, υψόμετρο

Εικόνες με "height"

Φράσεις παρόμοιες με "height" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "height" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη