Μετάφραση του "helpmate" σε Ελληνικά

Οι βοηθός, σύντροφος, συμπαραστάτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "helpmate" σε Ελληνικά.

helpmate noun γραμματική

A person who supplies help or companionship. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βοηθός

    noun masculine

    He makes her feel needed, which helps her to be an even more capable wife and helpmate.

    Την κάνει να αισθάνεται ότι είναι χρήσιμη, πράγμα που την βοηθεί να είναι ακόμη πιο ικανή σύζυγος και βοηθός.

  • σύντροφος

    noun masculine

    Only I lack a helpmate, a loving wife to share my good fortune.

    Το μόνο που μου λείπει είναι μια σύντροφος, μια αγαπητή σύζυγος να μοιραστεί την περιουσία μου.

  • συμπαραστάτης

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σύζυγος
    • Βοηθητικό σκακιστικό πρόβλημα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " helpmate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "helpmate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη