Μετάφραση του "hen" σε Ελληνικά

Οι κότα, όρνιθα, πουλάδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hen" σε Ελληνικά.

hen verb noun adverb γραμματική

(dialectal) Hence. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κότα

    noun feminine

    hen-like woman [..]

    The fox is eating a hen.

    Η αλεπού τρώει μία κότα.

  • όρνιθα

    noun feminine

    The test species is the adult hen unless another test species is justified to be more appropriate.

    Το είδος πειραματόζωου είναι η ενήλικη όρνιθα, εκτός εάν τεκμηριώνεται ότι άλλο είδος είναι πιο ενδεδειγμένο.

  • πουλάδα

    noun feminine

    female bird

    You'd be lumpy, too, if you'd been sat on by a great, fat hen.

    Κι εσύ θα είχες βουλιάξει, αν καθόταν πάνω σου μια χοντρή πουλάδα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κοτόπουλο
    • θαλασσινό
    • θαλασσινό θηλυκού γένους
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "hen"

Φράσεις παρόμοιες με "hen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη