Μετάφραση του "higher-up" σε Ελληνικά
Το ανώτερος είναι η μετάφραση του "higher-up" σε Ελληνικά.
higher-up
noun
γραμματική
Somebody with greater authority, seniority, rank, status or position; one who outranks. [..]
-
ανώτερος
noun masculineIf it comes from higher up...
Αν το λέει κάποιος ανώτερος...
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " higher-up " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη