Μετάφραση του "hireling" σε Ελληνικά
Οι μισθοφόρος, μισθωτός, μεροκαματιάρης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hireling" σε Ελληνικά.
hireling
noun
γραμματική
(usually pejorative) an employee who is hired, often to perform unpleasant tasks with little independence [..]
-
μισθοφόρος
noun masculine -
μισθωτός
adjective nounThe wolf seizes them and scatters the flock because the hireling will not protect them.
" Ο λύκος αρπάζει αυτά και σκορπίζει τα πρόβατα... " ότι μισθωτός εστί και ου μέλει αυτώ περί των προβάτων. "
-
μεροκαματιάρης
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χειρώνακτας
- εργάτης
- μίσθαρνο όργανο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hireling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη