Μετάφραση του "hirsute" σε Ελληνικά

Οι δασύτριχος, τριχωτός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hirsute" σε Ελληνικά.

hirsute adjective γραμματική

Covered in hair or bristles; hairy. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δασύτριχος

    You see, sometimes hirsute women have a little extra...

    Ξέρετε καμια φορά οι δασύτριχες γυναικες εχουν μια επιπλέον...

  • τριχωτός

    She read in Newsweek that being hirsute is en vogue again.

    Διάβασε στο Νιούζγουικ πως το να είσαι τριχωτός είναι στη μόδα πάλι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hirsute " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hirsute" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη