Μετάφραση του "hoe" σε Ελληνικά

Οι τσάπα, σκαπάνη, αξίνα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hoe" σε Ελληνικά.

hoe verb noun γραμματική

An agricultural tool consisting of a long handle with a flat blade fixed perpendicular to it at the end, used for digging rows. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τσάπα

    noun feminine

    agricultural tool

  • σκαπάνη

    noun

    No, I really don't think you're a big hoe-bag.

    Όχι, εγώ πραγματικά δεν νομίζω ότι Είστε μια μεγάλη σκαπάνη τσάντα.

  • αξίνα

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σκαλίζω
    • τσαπί
    • τσούλα
    • σκαλιστήρι
    • τσαπίζω
    • βοτανίζω
    • σκάπτω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hoe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "hoe"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hoe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη