Μετάφραση του "holiness" σε Ελληνικά

Οι αγιότητα, αγιοσύνη, ιερότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "holiness" σε Ελληνικά.

holiness noun γραμματική

The state or condition of being holy. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγιότητα

    noun feminine

    state or condition of being holy

    But our mortal experiences offer us the opportunity to choose holiness.

    Αλλά οι εμπειρίες αυτής της ζωής μάς προσφέρουν την ευκαιρία να διαλέξουμε την αγιότητα.

  • αγιοσύνη

    noun feminine

    state or condition of being holy

    We're all born with fallen nature, one that loves sin and hates holiness.

    Όλοι γεννηθήκαμε να μας αρέσει η αμαρτία και να μισούμε την αγιοσύνη.

  • ιερότητα

    noun

    In every person there is the holiness of Man.

    Σε κάθε άτομο ενυπάρχει η ιερότητα του Ανθρώπου.

  • οσιότητα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " holiness " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Holiness noun γραμματική

(countable) Used in connection with His or Your to address to the pope. [..]

+ Προσθήκη

"Holiness" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Holiness στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "holiness" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "holiness" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη