Μετάφραση του "homemaker" σε Ελληνικά
Οι νοικοκυρά, γυναίκα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "homemaker" σε Ελληνικά.
homemaker
noun
γραμματική
(US) Somebody who maintains the upkeep of a house they live in. [..]
-
νοικοκυρά
noun feminineA good plan actually brings the homemaker freedom.
Ένα καλό σχέδιο φέρνει στην πραγματικότητα ελευθερία, στη νοικοκυρά.
-
γυναίκα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " homemaker " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη