Μετάφραση του "homer" σε Ελληνικά

Οι όμηρος, Χομόρ, ταχυδρομικό περιστέρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "homer" σε Ελληνικά.

homer verb noun γραμματική

(Biblical measures) An ancient Hebrew measure of capacity, equal to ten ephahs or ten baths, and approximately equal to ten or eleven bushels. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • όμηρος

    noun

    Homer is a Greek epic poet.

    Ο Όμηρος είναι Έλληνας επικός ποιητής.

  • Χομόρ

    biblical unit of volume (Ezek. 45:11–14)

    The cor corresponded to the homer and contained ten bath measures.

    Το κορ αντιστοιχούσε στο χομόρ και είχε χωρητικότητα δέκα βαθ.

  • ταχυδρομικό περιστέρι

  • ολοκληρωτική νίκη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " homer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Homer proper noun γραμματική

Greek poet; author of the Iliad and the Odyssey [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Όμηρος

    proper noun masculine

    Ancient Greek poet [..]

    Homer is a Greek epic poet.

    Ο Όμηρος είναι Έλληνας επικός ποιητής.

  • Ὅμηρος

    proper

    the Greek poet

Εικόνες με "homer"

Φράσεις παρόμοιες με "homer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "homer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη