Μετάφραση του "homo" σε Ελληνικά
Οι ομοφυλόφιλος, πούστης, ανθρώπινο πλάσμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "homo" σε Ελληνικά.
homo
adjective
noun
γραμματική
(colloquial, often pejorative) Short form of homosexual. [..]
-
ομοφυλόφιλος
adjective masculine -
πούστης
noun masculine -
ανθρώπινο πλάσμα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " homo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Homo
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Homo" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Homo στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
HOMO
Acronym
highest occupied molecular orbital
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"HOMO" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το HOMO στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "homo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Σοφός Άνθρωπος
-
γένος Homo
-
ομο- · ομό-
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη