Μετάφραση του "homograph" σε Ελληνικά

Οι ομόγραφος, ομοιογράφος, ομοιογράφο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "homograph" σε Ελληνικά.

homograph noun γραμματική

A word that is spelled the same as another but has a different meaning and usually a different etymology. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ομόγραφος

    adjective
  • ομοιογράφος

    masculine

    word with the same spelling but different meaning

  • ομοιογράφο

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ομόγραφο, ομόγραφη λέξη
    • παρώνυμο (τονικό) πχ φόρα-φορά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " homograph " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "homograph" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη