Μετάφραση του "homonym" σε Ελληνικά
Οι ομώνυμο, ομώνυμος, ομόηχο, ομόηχη λέξη (κόμμα, κώμα) είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "homonym" σε Ελληνικά.
homonym
noun
γραμματική
(semantics) (strict sense) A word that both sounds and is spelled the same as another word but has a different meaning. [..]
-
ομώνυμο
noun neuterword with the same sound or spelling but different meaning
At the homonymous blog it is possible to check out the work in progress, as it is constantly updated with photos and short videos.
Στο ομώνυμο blog, που ενημερώνεται διαρκώς με φωτογραφίες και σύντομα βίντεο, μπορεί κανείς να εξετάσει την πρόοδο του έργου.
-
ομώνυμος
adjective masculine -
ομόηχο, ομόηχη λέξη (κόμμα, κώμα)
λέξη με την ίδια προφορά με άλλη, αλλά με διαφορετική σημασία ή/και ορθογραφία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " homonym " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "homonym" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ομώνυμος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη