Μετάφραση του "honoured" σε Ελληνικά

Οι αξιότιμος, τιμώμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "honoured" σε Ελληνικά.

honoured adjective verb γραμματική

Respected, having received honour. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αξιότιμος

    adjective masculine

    The honourable Member has raised a very relevant point.

    Ο αξιότιμος κ. βουλευτής έθεσε ένα πολύ σχετικό θέμα.

  • τιμώμενος

    adjective masculine

    You should honour his defeat instead of bleating like a lost sheep.

    Θα πρέπει να τιμήσεις την ήττα του, αντί να κλαίγεσαι σαν ένα χαμένο πρόβατο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " honoured " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "honoured" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αναγνωρισμένος με την πάροδο του χρόνου · καθιερωμένος με την πάροδο του χρόνου
  • Έχει ηθική υποχρέωση να το κάνει · Είναι ζήτημα τιμής γι’ αυτόν
  • φιλοτιμία
  • δεν ξερω
  • τιμώ
  • έχω σε υπόληψη · αγνότητα · απονεμόμενη διάκριση · απονεμόμενο βραβείο · ντροπή · σεβασμός · τιμή · τιμητική διάκριση · τιμώ · τιμώμαι · υπολήπτομαι
  • έντιμα
  • έντιμος · αγαθός · ακέραιος · αξιότιμος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "honoured" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη