Μετάφραση του "horary" σε Ελληνικά
Οι που γίνεται κάθε μία ώρα, ωριαίος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "horary" σε Ελληνικά.
horary
adjective
noun
γραμματική
Pertaining to an hour or hours. [..]
-
που γίνεται κάθε μία ώρα
-
ωριαίος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " horary " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη