Μετάφραση του "horticulture" σε Ελληνικά

Οι κηπουρική, φυτοκομία, κηπευτική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "horticulture" σε Ελληνικά.

horticulture noun γραμματική

the art or science of cultivating gardens; gardening [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κηπουρική

    noun feminine

    the science of caring for gardens [..]

    Hand tools of a kind used in agriculture, horticulture or forestry

    Εργαλεία χεριού των τύπων που χρησιμοποιούνται στη γεωργία, στην κηπουρική ή στη δασοκομία

  • φυτοκομία

    noun feminine

    small scale agriculture [..]

    It would make normal sustainable production in farming and horticulture impossible.

    Θα καθιστούσε αδύνατη την κανονική αειφόρο παραγωγή στη γεωργία και τη φυτοκομία.

  • κηπευτική

    noun feminine

    the science of caring for gardens [..]

    Plant health is a key factor for sustainable and competitive agriculture, horticulture and forestry.

    Η υγεία των φυτών αποτελεί βασικό παράγοντα για βιώσιμη και ανταγωνιστική γεωργία, κηπευτική και δασοκομία.

  • κηποκομία

    feminine

    In the absence of the PHR, the Union's agriculture, horticulture and forestry would suffer severe economic damage (outlined in Annex VII).

    Χωρίς το φυτοϋγειονομικό καθεστώς η γεωργία, η κηποκομία και η δασοκομία της Ένωσης θα υφίσταντο σοβαρή οικονομική ζημία (η οποία περιγράφεται στο παράρτημα VII).

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " horticulture " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "horticulture" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "horticulture" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη