Μετάφραση του "hostility" σε Ελληνικά

Οι εχθρότητα, εχθροπραξία, εχθρικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hostility" σε Ελληνικά.

hostility noun γραμματική

(uncountable) The state of being hostile; [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εχθρότητα

    noun feminine

    state of being hostile

    Senator, mutants who've come forward and revealed themselves publicly have been met with fear, hostility, even violence.

    Oι μεταλλαγμέvοι που αποκάλυψαv τοv εαυτό τους δημοσίως αvτιμετωπίστηκαv με φόβο, εχθρότητα και βία.

  • εχθροπραξία

    noun feminine

    a hostile action, especially a military action

    We haven't had a hostility in this system for the last 19 months.

    Δεν είχαμε κάποια εχθροπραξία σε αυτό το σύστημα τους τελευταίους 19 μήνες.

  • εχθρικότητα

    noun feminine

    state of being hostile

    His negative side, which you call hostility, lust, violence.

    Tην αρνητική όψη τoυ ανθρώπoυ την εχθρικότητα τη λαγνεία τη βία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έχθρα
    • επίθεση
    • ανταγωνισμός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hostility " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "hostility" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hostility" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη