Μετάφραση του "housecraft" σε Ελληνικά

Οι νοικοκυριό, νοικοκυροσύνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "housecraft" σε Ελληνικά.

housecraft noun

skill in domestic management

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • νοικοκυριό

    noun
  • νοικοκυροσύνη

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " housecraft " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "housecraft" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη