Μετάφραση του "housework" σε Ελληνικά
Οι οικιακά, νοικοκυριό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "housework" σε Ελληνικά.
housework
noun
γραμματική
Domestic household chores such as cleaning and cooking. [..]
-
οικιακά
noun adjective n-pdomestic household chores
Speaking of which, mum has been busy with the housework.
Και μια που αναφέρω το απολυμαντικό, η μαμά ασχολείται με τα οικιακά.
-
νοικοκυριό
nounShe has nothing to do all day, except for a little housework.
Δεν έχει τίποτα να κάνει όλη μέρα, εκτός από λίγο νοικοκυριό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " housework " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "housework" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μισθός οικοκυράς
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη