Μετάφραση του "howl" σε Ελληνικά

Οι ουρλιάζω, ούρλιασμα, ουρλιαχτό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "howl" σε Ελληνικά.

howl verb noun γραμματική

The protracted, mournful cry of a dog or a wolf, or other like sound. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ουρλιάζω

    verb

    to utter a sound expressive of pain or distress [..]

    Next thing you know, I'm howling', they're moaning'.

    Και μετά από λίγο, εγώ ουρλιάζω κι εκείνοι στενάζουν.

  • ούρλιασμα

    neuter

    prolonged cry of distress or anguish [..]

  • ουρλιαχτό

    noun neuter

    To defend her territory she stakes a claim with a warning howl.

    Για να προασπίσουν το έδαφός τους βγάζουν ένα προειδοποιητικό ουρλιαχτό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φωνάζω
    • βρυχώμαι
    • θορυβώ
    • ολολύζω
    • κράζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " howl " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "howl"

Φράσεις παρόμοιες με "howl" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "howl" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη