Μετάφραση του "humanoid" σε Ελληνικά

Οι ανθρωποειδής, ανθρωποειδές είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "humanoid" σε Ελληνικά.

humanoid adjective noun γραμματική

Having the appearance or characteristics of a human. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανθρωποειδής

    adjective masculine m;f masculine;feminine

    humanoid [..]

    That is one of the planets where all humanoid life was destroyed.

    Σ'αυτόν τον πλανήτη η ανθρωποειδής ζωή έχει καταστραφεί.

  • ανθρωποειδές

    noun neuter

    a being having the appearance or characteristics of a human

    You've pretended to be humanoid for so long you forget you can be different.

    Προσποιείσαι για τόσο πολύ καιρό ότι είσαι ανθρωποειδές ώστε ξέχασες ότι μπορείς να γίνεις κάτι διαφορετικό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " humanoid " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "humanoid" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη